αλλέα

αλλέα
η см. αλέα

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "αλλέα" в других словарях:

  • Ρουσό, Τεοντόρ — (Rousseau, 1812 – 1867). Γάλλος ζωγράφος. Το 1831 και το 1835 έστειλε στο Σαλόν του Παρισιού πίνακές του, που τους είχε φιλοτεχνήσει στα δάση της Κομπιένης στη Νορμανδία και στις όχθες του Σηκουάνα. Τα έργα του εκείνα θεωρήθηκαν υπερβολικά… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»